Terre à ciel
Poésie d’aujourd’hui

Accueil > Voix du monde > Yiorgos Stergiopoulos, traduit du grec moderne par Anne Barbusse

Yiorgos Stergiopoulos, traduit du grec moderne par Anne Barbusse

mardi 16 octobre 2012, par Cécile Guivarch

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος
ΕΞΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ

Yorgos Ch. Stergiopoulos.
Exil à la naissance

Νόθα είμαστε παιδιά
του παραδείσου και της κόλασης.
Επιβιώσαμε. Το δέντρο
φορτώσαμε στον ώμο,
φύλλα συκής φορέσαμε,
αυτοεξοριστήκαμε, άνθρωποι.

Nous sommes enfants illégitimes
du paradis et de l’enfer.
Nous avons survécu. L’arbre
nous l’avons chargé sur l’épaule,
nous avons revêtu des feuilles de vigne,
nous nous sommes exilés, une fois hommes.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΟΡΕΙΑ

Τι είναι οποιαδήποτε κόλαση μπροστά στην ζωή που με ανάγκασαν ! Ολόκληρη ύπαρξη, ένα δάκρυ. Η χαρά και η θλίψη, ο πόνος και η λύτρωση αναβλύζουν από τα μάτια. Κλαίγοντας καλωσορίζουν τα μωρά τούτο τον κόσμο, τυφλά κι ανήμπορα, σέρνονται μες στον βούρκο της ζωής, ψηλαφώντας με τα ακροδάχτυλα το μέλλον —μάταιη αναζήτηση του δρόμου του σωστού.
Αγαθά μου ερπετά, σκληρή η κοιλιά, γνωρίζει μόνο ο,τι την γδέρνει. Μοναδική μοίρα, να φαγωθούμε απ’ τα παιδιά μας κι εκείνα, από τα δικά τους. Μα, σαν πέσει η αυλαία, χορτάτος φεύγει από την γιορτή μονάχα ο χρόνος.

Γερά στύλωσα το σώμα. Το ένα πόδι στον βράχο του χθες και το άλλο μες στο θολό νερό του αύριο. Φοβούμαι κάθε βήμα. Γλιστερός ο βράχος και στο θολό νερό, τρομακτικές σειρήνες κατοικούν, ντυμένες τα λευκά της απόλαυσης. Από το στόμα τους ρέει το τραγούδι του αιώνιου μα, σαν φιλήσεις, τα χείλη μοιράζουν το δηλητήριο της υποταγής.
Το τελευταίο χέρι που ‘κανε να προταθεί στον κόσμο, το έπνιξα στη θάλασσα —το έσχατο καταφύγιο της ψυχής— κι έριξα το βάρος, στο μπροστινό μου πόδι.

Μέρα πρώτη, Κυριακή. Φορώ τα κλειστά χρώματα. Τούτη η μέρα με γονάτισε.

                    *******

LA DERNIERE MARCHE

Quel est-il, quel qu’il soit, l’enfer, à côté de la vie à laquelle on m’a contraint ! L’existence entière, une larme. La joie et la tristesse, la souffrance et la rédemption jaillissent des yeux. C’est en pleurant que les bébés accueillent ce monde, aveugles et sans défense, rampent dans la fange de la vie, tâtant du bout des doigts l’avenir - quête vaine du bon chemin.
Mes bons reptiles, le ventre est dur, il ne connaît que ce qui l’écorche. L’unique destin, que nous soyons mangés par nos enfants, et eux par les leurs. Mais, quand tombe le rideau, repu, seul le temps quitte la fête.

J’ai fermement arrimé le corps. Un pied sur le rocher de la veille et l’autre dans l’eau trouble du lendemain. Je crains chaque pas. Le rocher est glissant et dans l’eau trouble habitent d’effrayantes sirènes, vêtues du blanc de la jouissance. De leur bouche coule le chant du siècle mais, quand tu les embrasses, leurs lèvres dispensent le poison de la soumission.
La dernière main que j’avais à proposer au monde, je l’ai noyée dans la mer – ultime refuge de l’âme – et j’ai rejeté le poids sur mon pied de devant.
Premier jour, dimanche. Je porte des couleurs sombres. Ce jour m’a mis à genoux.

ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΠΟΧΕΣ

Στα μισά της διαδρομής κι ενώ καλά-καλά δεν έχει μπει το καλοκαίρι, μια κοπέλα σηκώθηκε —κανείς δεν την ήξερε, μα αλήθεια, ξέραμε ποτέ πραγματικά κανέναν ;—, τίναξε κάτι χρόνια από την μπλούζα (υπολείμματα βουλιμίας νεανικής), κατέβασε τις αναμνήσεις από το χώρο αποσκευών, « Χάρηκα πολύ ! » είπε στους συνταξιδιώτες κι έκανε να κατέβει. Η ζωή σα να ‘κοψε ταχύτητα, εκείνη πίσω κοίταξε, χαμογελώντας χάθηκε μέσα στο φως της πόρτας αποβίβασης.
Κοίταξα από το παράθυρο. Κιόλας φθινόπωρο. Άνθρωποι στην αποβάθρα καπνίζουν τον ήλιο αχτίδα-αχτίδα, μπας και μαστουρώσουν ουρανό. Σβήνουν τη γόπα στην φτέρνα, σηκώνουν ένα σακίδιο περιορισμούς, πίνουνε μια γουλιά νερό της λησμονιάς και, προς τα βαγόνια, νωχελικά κινούνται. Φαντάροι ενός πολέμου για τον οποίο επιστρατεύτηκαν στην γέννα. Έξω από τα κάγκελα, κάτι παιδιά τρέχουν στα κιτρινισμένα φύλλα, ασυναίσθητα πυροβολώντας με τα δάχτυλα στον κόσμο.

Ο Θεός έφτιαξε το φθινόπωρο για να μαθαίνουν τα παιδιά να θλίβονται —και την άνοιξη για να ελπίζουν. Μα όταν στο παρελθόν ελπίζεις, είναι σα να κουρδίζεις ένα παλιό παιχνίδι ξεχαρβαλωμένο και να θες, αυτήν τη φορά, να παίξει διαφορετικά. Έτσι κουρδίζεται κι η ελπίδα, με τα μάτια, ξανά και ξανά, από το βλέμμα στο άγγιγμα κι από το άγγιγμα στο θάνατο. Πάντα ακούγοντας το ίδιο θλιμμένο τραγούδι, τις ίδιες παραφωνίες, δίχως αλλαγή.
Δε ξεχνούν οι άνθρωποι, φταίει που δε ζουν αρκετά, να δουν το έργο ν’ αρχίζει από την αρχή.

Τώρα, στα γεράματα του χειμώνα, κάθε βράδυ αποκαθηλώνω τους πίνακες απ’ το σαλόνι. Αναρτώ, στη θέση τους, καθρέφτες κατακόρυφους, κρεμώ επάνω, αγκάθινο στεφάνι, μια θηλιά. Να γεμίσω το σπίτι με απαγχονισμένους, μήπως καταφέρω να με τρέψω σε φυγή. Κι απ’ τα βιβλία, ξαναδιαβάζω, συνέχεια, τη Μοναξιά. Κάθε ανάγνωσή της διαφορετική, με κάτι το καινούργιο μέσα, πάλι αλλαγμένο. Ίσως γιατί, απ’ την πολλή χρήση, έχει πλέον καθρέφτες για σελίδες και, έτσι, γράφεται κάθε φορά από την αρχή.
Κι αντί να αποταμιεύσω καμιά ημέρα, την συντριβή μιας αγκαλιάς, κανένα βλέμμα ξώφαλτσο να ‘χω να πληρώνω στα γεράματα, ξοδεύτηκα μέσα στην αναζήτηση, με μάτια καρφωμένα στην παράσταση του μέλλοντος. Όλο το παρελθόν, ένα τετράδιο γεμάτο διαγραφές και διορθώσεις πάνω σε ανορθόγραφους ρομαντισμούς. Κάθε άνθρωπος και μία λέξη, κάθε σταθμός και μια σελίδα κι όλα διαγράφουν τον εαυτό τους. Σαν κλείσει το τετράδιο, τρέχουνε, στο σκοτάδι, να διορθωθούν με κάτι άλλο.

Θυμάμαι την κοπέλα να φωνάζει από την αποβάθρα του σταθμού : « Αγάπα μέχρι και τις πέτρες, ακούς ; Έχεις λιγότερο χρόνο απ’ όσο φαντάζεσαι και, τον περισσότερο, τον έχεις ήδη υποθηκευμένο » κι είχε πάρει ολόκληρη φωτιά, έλαμπε καθώς χάνονταν μέχρι που τίποτα δεν έμεινε, πέρα από στάχτες και σκιά.
Ό,τι αρπάζει φωτιά, λάμπει. Και, σαν σβήσει, ο καπνός του πάει πάντα προς τα πάνω. Κι αν δεν είμαστε αρκετά θεοί για να γεμίσουμε μ’ αγάπη όλους τους ανθρώπους, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον ετούτο : να γεμίσουμε με ανθρώπους όση αγάπη απομένει. Έτσι, μια μέρα, θα φτιάξουμε τον δικό μας παράδεισο.

Ξανά, Άνοιξη. Λες και δεν ζήσαμε ποτέ χειμώνα. Αυτό το λάθος, μας το κρατάω από τότε.

                    ******

LES QUATRE SAISONS

A mi-parcours, alors que l’été n’est pas tout à fait monté, une jeune fille s’est levée – personne ne la connaissait, mais en vérité, ne connaissons-nous jamais personne ? – elle a secoué quelques années de son corsage (résidu de la boulimie juvénile), elle a descendu les souvenirs du local à bagages, « J’ai été ravie », dit-elle à ses compagnons de voyage, et elle s’est apprêtée à descendre. Comme si la vie avait ralenti, elle a regardé en arrière, en souriant a disparu dans la lumière de la porte de débarquement.
J’ai regardé par la fenêtre. Déjà l’automne. Des hommes sur le quai fument le soleil rayon par rayon, peut-être se défoncent-ils au ciel. Ils éteignent leur mégot sous leur talon, soulèvent un sac à dos de contraintes, boivent une gorgée de l’eau de l’oubli et, nonchalamment, se déplacent vers les wagons. Soldats d’une guerre pour laquelle ils ont été mobilisés dès l’enfantement. A l’extérieur des grilles, quelques enfants courent sur les feuilles jaunies, inconsciemment faisant feu avec leurs doigts sur le monde.
Dieu a façonné l’automne pour que les enfants apprennent à être tristes – et le printemps, à espérer. Mais quand on espère au passé, c’est comme si on remonte un vieux jouet démantibulé et qu’on veuille, cette fois, en jouer différemment. Ainsi on remonte aussi l’espoir, avec les yeux, sans cesse, du regard au toucher, et du toucher à la mort. En entendant toujours le même chant triste, les mêmes dissonances, sans changement.
Les hommes n’oublient pas, c’est juste qu’ils ne vivent pas suffisamment pour voir l’ouvrage commencer depuis le début.

Maintenant, dans la vieillesse de l’hiver, chaque soir je décloue les tableaux du salon. Je suspends, à leur place, des miroirs verticaux, j’accroche au-dessus une couronne d’épines, un nœud coulant. Pour remplir la maison de pendaisons, au cas où je parvienne à me mettre en fuite moi-même. Et parmi les livres, je relis, continuellement, la Solitude. Chaque lecture en est différente, avec quelque chose de nouveau à l’intérieur, encore changé. Peut-être parce que, à force d’être utilisé, le livre comporte plus de miroirs en guise de pages et, ainsi, il s’écrit chaque fois depuis le début.
Et plutôt que de collectionner une journée, l’affliction d’une étreinte, un regard superficiel à avoir à payer dans la vieillesse, je me suis dépouillé dans la quête, les yeux fixés sur la représentation de l’avenir. Le passé entier, un cahier plein de ratures et de corrections sur des romantismes mal orthographiés. Chaque homme un mot, chaque arrêt une page, et tous se raturent eux-mêmes. Comme le cahier se ferme, ils courent, dans l’obscurité, pour être corrigés de quelque chose d’autre.

Je me souviens de la jeune fille criant depuis le quai de la gare : « aime jusqu’aux pierres, entends-tu ? Tu as moins de temps que tu l’imagines et, pour la plus grande partie, tu l’as déjà hypothéqué » et elle avait toute entière pris feu, elle resplendissait tout en disparaissant jusqu’à ce que plus rien ne demeure, excepté cendres et ombre.
Tout ce qui prend feu resplendit. Et, en s’éteignant, la fumée va toujours vers le haut. Et si nous ne sommes pas suffisamment divins pour emplir d’amour tous les hommes, essayons au moins ceci : emplir d’hommes tout l’amour qui reste. Ainsi, un jour, nous fabriquerons notre propre paradis.

A nouveau, le printemps. Comme si nous ne vivions jamais l’hiver. De cette erreur, je nous en veux depuis lors.

ΥΜΝΟΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΟΓΟΥ
             στον Αλμπέρ Καμύ

Ι - Ο ύμνος του παραλόγου

Να ξεκινάς Οδύσσειες,
ενώ βλέπεις
πως η Ιθάκες αλλάζουν συνέχεια θέση.

ΙΙ - Ο ύμνος της ματαιότητας

Να σου παίρνει μέτρα ο θάνατος
κι εσύ ν’ ανησυχείς
πώς θα φανείς μες στο κουστούμι.

—Ωραίος που ‘ναι ο νεκρός.
Απλώς, τοπίο.

ΙΙΙ - Ο ύμνος της πίστης

Αμυγδαλιά να εμπιστεύεσαι
καθώς, χειμώνας, γύρω
διαρκώς σε ταπεινώνει.

ΙV - Ο ύμνος της ήττας

Να τριγυρνάς γυμνός
ενώ όλοι γύρω μασκαρεύονται
τις νίκες τους.

—Ανθίζει κι η αποτυχία, απλά προς το μαβί.

V - Ο ύμνος της αγάπης

Τόσο δικό σου,
που το συνέτριψες στην αγκαλιά.

-Αλίμονο σε όσους αγαπάνε !
Φορούν ανδρεία πόδια,
μα σε δειλό χώμα περπατούν.

VΙ - Ο ύμνος της ύπαρξης

Αυτό είμαστε :
Ζωή κοντή επάνω σε ψηλά τακούνια.
Απεγνωσμένη να φανεί πάνω από τη σκόνη.

CANTIQUES DE L’ABSURDE
            à Albert Camus

I - Le cantique de l’absurde.

Tu commences des Odyssées
et tu vois
que les Ithaques changent constamment de place.

ΙΙ – Le cantique de la vanité.

La mort prend tes mesures
et toi de t’inquiéter
de quoi tu auras l’air dans ton costume.

- Comme le mort est beau.
Simplement, paysage.

III – Le cantique de la foi

Tu fais confiance à l’amandier
alors que l’hiver tout autour
continuellement t’humilie.

IV – Le cantique de la défaite

Te voilà à errer nu
tandis que tous autour se déguisent
en victoires.

- L’échec aussi fleurit, simplement en mauve.

V – Le cantique de l’amour

Tellement à toi
que tu l’as brisé dans l’étreinte.

- Malheur à tous ceux qui aiment !
Ils ont des pieds courageux,
mais ils marchent sur une terre lâche.

VI – Le cantique de l’existence

Ce que nous sommes :
une petite vie sur de hauts talons.
Désespérée de paraître sur de la poussière.

ΟΙ ΞΕΝΟΙ

Αγαπώ τους ανθρώπους
που δε γνώρισα. Ακριβώς
ως τους χρειάζεσαι : Ένα βλέμμα, επιστροφή
και μιαν αφή, γεμάτη παραμύθι,
δίχως να ενηλικιώνεται ποτέ σε ιστορία.

Ανθρώπους λησμονώ, βιβλία
που δεν τελείωσα. Τρία
κουβαλούν κεφάλια. Ένα κόλαση,
ένα καθαρτήριο κι ο παράδεισος
σε, προσφοράς, συσκευασία :

Στο ένα, τα δύο δώρο.

LES ETRANGERS

J’aime les hommes
que je n’ai pas connus. Exactement
comme on en a besoin : un regard, au retour
aussi un contact, plein de conte de fée
sans que jamais il n’acquière la maturité d’une histoire.

J’oublie les hommes, livres
que je n’ai pas terminés. Ils portent
trois têtes. L’une, enfer,
l’autre, purgatoire, et un paradis
dans un emballage de promotion.

Pour l’un, les deux sont en cadeau.

ΩΔΗ ΣΤΟΥΣ ΗΤΤΗΜΕΝΟΥΣ ΗΡΩΕΣ

Τους ανθρώπους που αγαπούν, να τους φοβάσαι. Ακόμη ελπίζουν. Κοιμούνται με ανοιχτή την ψυχή, σε πείσμα του χειμώνα. Ξυπόλητοι περπατούν πάνω στις γνώμες των ανθρώπων, τραγουδούν δυνατά, πολεμάν δράκους και χορεύουν στα στενά, πηδώντας πάνω από βελόνες και χαλάσματα ως τα παιδιά υπερνικούν τα κάγκελα της αλάνας ή κατακτούν πύργους πανύψηλους.
Τα βράδια, σαν πέσει κεραυνός, δειλά μεταξύ τους ψιθυρίζουν. Ύστερα κλαίνε με λυγμούς, ψηλώνουν, βγάζουν γένια, γρατζουνάν στο μέτωπο ρυτίδες και, άστεγοι στον χρόνο, κρεμούν τον εαυτό τους από την θηλιά μες στη ντουλάπα. Το αυριανό τους σιδερώνουν πρόσωπο, να επιβιώσουν.

Σε αυτούς απευθύνομαι ∙ οι υπόλοιποι, δεν με χρειάζεστε.

                    ******
ODE AUX HEROS VAINCUS.

Les hommes qui aiment, crains-les. Ils espèrent encore. Ils s’endorment l’âme ouverte, dans l’obstination de l’hiver. Pieds nus ils se promènent au-dessus des opinions des hommes, chantent fort, combattent des dragons et dansent dans les ruelles, sautant par-dessus des aiguilles et des décombres comme les enfants surmontent les grilles du terrain vague ou conquièrent de très hautes tours.
Les soirs, quand tombe la foudre, timidement entre eux ils murmurent. Ensuite ils pleurent avec des sanglots, grandissent, se font pousser la barbe, se grattent les rides sur le front et, sans toit dans le temps, se pendent à un nœud coulant dans l’armoire. Ils lissent leur visage de demain, afin de survivre.

C’est à eux que je m’adresse ; les autres, vous n’avez pas besoin de moi.

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΓΑΡΥΦΑΛΛΩΝ
               Πορτογαλία, 25 Απριλίου 1974

Κανενός ο πόλεμος. Μόνον άνθρωποι
οργή πιωμένοι κι αίμα και τιμή ∙
λάμπει δίπλα αδιάφορο το γιασεμί.

Κανενός η νίκη. Μόνο γαρύφαλλα
συνέταξε ανθισμένη η επανάσταση,
βάζο χρίζοντας, κάθε κάννης, την οπή.

Μην φοβάστε ! Μη φοβάστε, με τι
να σας πυροβολήσουν ; με άνοιξη ;
Θ’ ανθίσετε περισσότερο.

LA REVOLUTION DES ŒILLETS.
               Portugal, 25 avril 1974

Ce n’est la guerre de personne. Seulement des hommes
ivres de colère et de sang et de gloire ;
à côté resplendit indifférent le jasmin.

Ce n’est la victoire de personne. Seulement des œillets,
ce qu’a dressé, fleurie, la révolution,
consacrant comme vase, de chaque canon, l’orifice.

N’ayez pas peur ! N’ayez pas peur, avec quoi
vous tireraient-ils dessus, avec le printemps ?
Vous en fleurirez davantage.

Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ

Συνέβη μια ωραία μέρα. Η ανατολή έτρωγε σιγά-σιγά το βράδυ από τις άκρες, οι μέλισσες κινούσαν νωχελικά για τις δουλειές τους και τα δέντρα, όλα στην συναγωγή, με τα χέρια ψηλά. Τα φύλλα τους, στο πόδι, τον ήλιο περιμένουν για να πιάσουν δουλειά. Στις γωνιές το χώμα, ξαπλωμένο μπρούμυτα, αγουροξυπνημένο∙ ανατριχιάζει η πλάτη του απ’ τα δάχτυλα τα ακτινοβόλα κι ορθώνονται μυριάδες λουλούδια, χίλια χρώματα.
Συνέβη, λοιπόν, τότε. Αίφνης, ο ήλιος άρπαξε το πινέλο κι άρχισε να μπογιατίζει φως την πλάση. Τα σύννεφα εμφανίστηκαν αιματοκυλισμένα, τα πλευρά τους τρύπια από δόρατα χρυσά. Ένα ορμητικό ρεύμα ζωής φύσηξε από ένα παράθυρο που κάποιος άφησε μισάνοιχτο ενόσω ερωτευόταν, έτρεξε γοργά μεσ’ απ’ τα δάχτυλα των δέντρων κι από εκεί στο χώμα και πίσω, στην αγριεμένη θάλασσα, όπου χιλιάδες πρόβατα κινούνταν όπου τα σπρώξει ο άνεμος.

Εκείνη ακριβώς την στιγμή, άρχισε να βρέχει κι ένιωσα να λυτρώνεται η δυστυχία ολόκληρου του κόσμου. Ένα παιδί γέλασε ασυνάρτητα, λες και μου χάριζε κάτι ή έφερνε καλά μαντάτα από μακριά στον χρόνο. Η πνοή που φυσούσε έπαιρνε σκόνη το δέρμα μου, το ράντιζε στην πλάση κι εκείνη σπινθήριζε περισσότερο, νότιζε και γινόταν λίπασμα.
« Που πάω μάνα ; » ρώτησα με αγωνία. « Εκεί που ανήκεις » μου απήντησε, « μα, σκορπίζω » της είπα κι εκείνη, τότε, έφτιαξε ένα δοχείο με τις δυο παλάμες της, πήρε μια χούφτα χώμα και το άφησε να τρέξει αργά ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα. « Μα τι λες ; », αντιλόγησε, « αφού όλος εδώ είσαι, μες στην αγκαλιά μου ».

                    Στο θάνατο σκορπίσου
                    απάνω. Να σε φορέσει αυτός,
                    να μην τον ντύνεσαι εσύ,
                    μόνο έτσι έρχεται στα μέτρα σου.

                    ******

LE PREMIER JOUR

Il y a eu une belle journée. Le soleil levant mangeait peu à peu le soir depuis les extrémités, les abeilles partaient nonchalamment vaquer à leurs travaux et les arbres, tous en assemblée, les mains hautes. Leurs feuilles, sur pied, attendent le soleil pour se mettre au travail. Dans les recoins la terre, étendue sur le ventre, mal réveillée ; son dos fait frissonner du bout des doigts les rayons et se dressent des myriades de fleurs, des milliers de couleurs.
Et il s’est alors passé ceci. Soudain le soleil a attrapé le pinceau et a commencé à badigeonner de lumière la création. Les nuages sont apparus ensanglantés, leurs flancs troués par des lances d’or. Un courant impétueux de vie a soufflé d’une fenêtre que quelqu’un a laissée entrouverte le temps de l’amour, il a couru rapidement à travers les doigts des arbres, et, en allers-retours, sur la terre et sur la mer furieuse, où des milliers de moutons avançaient là où le vent les pousse.

A cet instant exactement, il a commencé à pleuvoir et j’ai senti que se libérait le malheur du monde entier. Un enfant a ri inopinément, comme s’il m’offrait quelque chose ou apportait de bonnes nouvelles depuis un temps lointain. L’haleine qui soufflait emportait en poussière ma peau, en aspergeait la création et celle-ci étincelait davantage, s’humidifiait et devenait fertilisant.
« Où vais-je, mère ? » ai-je demandé avec angoisse. « Au lieu auquel tu appartiens », m’a-t-elle répondu, « mais, je me disperse », lui ai-je dit, et celle-ci, alors, a fabriqué un récipient de ses deux mains, a pris une poignée de terre et l’a laissée couler lentement entre ses doigts. « Mais que dis-tu ? », a-t-elle répliqué, « puisque tu es là entièrement, dans mes bras ».

                    Disperse-toi par-dessus
                    la mort. Qu’elle s’habille de toi,
                    que ce ne soit toi qui t’en revêtes,
                    ce n’est qu’ainsi qu’elle vient sur mesure.


Yiorgos Ch. Stergiopoulos est né en 1985 à Athènes où il vit et travaille comme maître de conférences à l’Université d’Economie d’Athènes, consultant et chercheur en Systèmes d’information, et auteur de poésie et d’essais. Il a accompli des études de Théorie et harmonie de la musique au conservatoire de Lamia et a étudié à l’école supérieure de flûte classique. Il est diplômé en Informatique (Université du Pirée, 2011), en Systèmes d’information (université d’économie d’Athènes, 2011) et titulaire d’un doctorat en Sécurité informatique et infrastructures critiques (Université d’Economie d’Athènes, 2015). Il est l’auteur des livres : Η διάβολος (« La diablesse ») en 2011, aux éditions des Amis, pour lequel il a obtenu le deuxième prix de poésie au 32ième Colloque de poésie de l’université de Patras ; Κατά Χρόνον Ευαγγέλιο («  L’évangile selon le temps »), en 2012 aux éditions des Amis, et Εξορία στην Γέννηση (« Exil à la naissance ») aux éditions Gavrielidis en 2015. Ses poèmes et articles ont été publiés dans des revues littéraires, des journaux et sur internet.

Anne Barbusse est née le 16 décembre 1969 à Clermont-Ferrand.
L’écriture a toujours fait partie de ma vie. A 17 ans, je monte à Paris pour mes études de lettres. Après une agrégation de lettres classiques, j’enseigne quelques années la littérature latine à l’Université Paris VIII. Je quitte Paris pour un tout petit village du Gard, où je suis installée depuis 20 ans, entre Cèze et Ardèche, pour vivre plus en accord avec mes convictions écologiques. J’enseigne depuis une dizaine d’années le français langue étrangère aux adolescents migrants. En 2012, je reprends mes études à distance à l’université Paul Valéry de Montpellier, jusqu’à un master traduction en littérature grecque moderne en 2017, où j’ai traduit, en pleine crise grecque, l’œuvre inconnue en France de Takis Kalonaros (Du bonheur d’être grec, Athènes, éditions Euclide, 1975, réponse à Du malheur d’être grec de Nikos Dimou, traduit en France en 2012 aux éditions Payot).
J’ai publié quelques textes : revue Phréatique dans les années 90, la revue Arpa en 1997 et en 2006, et récemment Sitaudis (extrait de A Petros, crise grecque) et Le capital des mots (Hôpital psychiatrique, extraits). Publications à venir dans Comme en poésie et Recours au poème.


Bookmark and Share


Réagir | Commenter

spip 3 inside | | Plan du site | Suivre la vie du site RSS 2.0 Terre à ciel 2005-2013 | Textes & photos © Tous droits réservés